
Ή μάλλον, δεν ήμουν γεννημένος κατάλληλος, σύμφωνα με τα manual της «φυσιολογικής» ζωής.
Είχα ήδη μάθει όμως πως δεν χρειάζεσαι κανονικό σώμα για να κουβαλάς κανονική φωτιά.
Το 2004, η χρονιά των Παραολυμπιακών της Αθήνας — γεμάτοι λάμψη, προσπάθεια, ιδρώτα.
Ένα συγγενικό μου άτομο με παρακίνησε να παρακολουθήσω ένα Άθλημα, το Boccia.
Παίκτες, μπάλες, σκορ… αλλά δεν ήταν αυτό που μου τράβηξε το βλέμμα.
Ήταν το σιωπηλό πάθος.
Καμία φανφάρα.
Καμία ένταση.
Μόνο απόλυτη συγκέντρωση.
Κάθε βολή, ένας διάλογος με το πεπρωμένο.
Κάθε στόχος, μια απάντηση στον κόσμο που ρωτάει διαρκώς: «Μπορείς;»
Κι εγώ είπα: Μπορώ!
Η Αρχή:
Το 2005, μπήκα στα γήπεδα.
Δεν είχα εμπειρία. Δεν είχα "πλάτες".
Είχα όμως το παλιό καλό μου πείσμα και μια ακρίβεια που θα ζήλευε και ελβετικό ρολόι.
Κατηγορία BC1.
Για όσους δεν ξέρουν: πρόκειται για αθλητές με σοβαρή αναπηρία, που χρειάζονται βοήθεια για να μετακινήσουν το αμαξδιο ή να σταθεροποιήσουν τον κορμό τους.
Άλλοι βλέπουν εμπόδια.
Εγώ έβλεπα μεγαλύτερη πρόκληση.
Η προπόνηση ήταν σκληρή.
Όχι για τους μυς — αυτούς, τους είχα ήδη μάθει να τους υπολογίζω λιγότερο.
Η προπόνηση ήταν για το μυαλό. Για τη λεπτομέρεια. Για το να ρίχνεις την μπάλα όχι με δύναμη, αλλά με νόημα.
Η Άνοδος
2005–2012:
Χρυσός Πανελληνιονίκης, κάθε χρονιά.
Επτά χρόνια κορυφής, σε ένα άθλημα που δεν συγχωρεί λάθη.
Γιατί το Boccia δεν είναι όπως τα υπόλοιπα σπορ.
Εδώ, κάθε βολή είναι δημιουργία.
Και κάθε ήττα, μαθήματα φυσικής, ψυχολογίας και ταπεινότητας μαζί.
Η Εθνική
Το 2008, το τηλέφωνο χτυπά.
Η Εθνική Ομάδα.
Το σώμα μου δεν πανηγύρισε — είχε μάθει να κρατάει ενέργεια για τις κρίσιμες στιγμές.
Η καρδιά μου όμως χοροπήδησε σαν παιδί.
Ήμουν επίσημα μέλος μιας χώρας που πίστεψε σε μένα.
Ίσως για πρώτη φορά, όχι μόνο εγώ για μένα — αλλά και κάποιοι άλλοι.
Διεθνής Συμμετοχές:
• Πεκίνο 2008 – Παραολυμπιακοί.• Πορτογαλία 2009 – Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
• Πορτογαλία 2010 – Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.
• Ιρλανδία 2011 – Παγκόσμιο Κύπελλο.
• Νορβηγία 2011 – Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Πετούσα χωρίς φτερά.
Ταξίδευα με αποσκευές γεμάτες μπάλες, ιδρώτα και ανείπωτο σεβασμό για όσους συναγωνιζόμουν.
Δεν ήμασταν αντίπαλοι.
Ήμασταν συν-μαχητές σε έναν κόσμο που απαιτούσε να αποδείξεις συνεχώς την αξία σου.
Τι Έμαθα
Έμαθα πως η ακρίβεια δεν είναι αριθμός.
Είναι χαρακτήρας.
Έμαθα πως το να στοχεύεις, είναι εύκολο.
Το δύσκολο είναι να στοχεύεις ξανά και ξανά, ακόμα και όταν έχεις χάσει.
Έμαθα πως ο αθλητισμός δεν είναι ούτε ρεκόρ ούτε μετάλλια.
Είναι διάλογος.
Με τον εαυτό σου.
Με τα όριά σου.
Με τη σιωπή.
Και μετά;
Μετά το 2012, σταμάτησα.
Όχι γιατί τελείωσε το πάθος.
Αλλά γιατί το σώμα μου μου είπε: «Ως εδώ».
Και εγώ, ως καλός συμπαίκτης του εαυτού μου, το άκουσα.
Αλλά το Boccia ζει μέσα μου.
Κάθε φορά που χρειάζεται να πάρω μια απόφαση.
Να σημαδέψω.
Να ρισκάρω.
Να κάνω μια κίνηση με ακρίβεια και πρόθεση.
Γιατί αυτό είναι το Boccia. Και αυτό είναι και η ζωή.
Δείτε στο παρακάτω βίντεο πώς παίζεται το Boccia.
Η ιστορία του Boccia.
Το Boccia έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και την Αίγυπτο και είναι ίσως το παλαιότερο παιχνίδι στην ιστορία της ανθρωπότητας, στο οποίο οι παίκτες πετούσαν μεγάλες πέτρες προς έναν στόχο. Αρχαιολογικά ευρήματα και τοιχογραφίες του αθλήματος βρέθηκαν ήδη από το 5200 π.Χ. στην Αίγυπτο. Το άθλημα παιζόταν επίσης κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Η λέξη «Boccia» προέρχεται από τα ιταλικά και σημαίνει «ρίχνω τη μπάλα» (παίζω μπόουλινγκ).
Το άθλημα σχεδιάστηκε αρχικά για άτομα με εγκεφαλική παράλυση και διαδόθηκε ευρέως. Σήμερα παίζεται από άτομα που παρουσιάζουν οποιουδήποτε είδους νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει τη κινητική τους λειτουργία.
Το άθλημα έκανε το παραολυμπιακό του ντεμπούτο το 1984 στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Στόουκ Μάντεβιλ και της Νέας Υόρκης. Σε εκείνους τους Αγώνες, συνολικά 19 αθλητές (11 άνδρες και 8 γυναίκες) εκπροσώπησαν πέντε διαφορετικές χώρες (Καναδάς, Δανία, Μεγάλη Βρετανία, Πορτογαλία και ΗΠΑ).
Σήμερα, το άθλημα παίζεται σε πάνω από 75 χώρες.