
Να σου τάξω ήλιους ψεύτικους ή να σου μάθω να ανάβεις φως μόνος σου;
Γιατί, κοίτα… άμα δεν μάθεις να γιατρεύεις τις πληγές, δε θα σου φτάσει μια ολόκληρη ζωή για να κλαις.
Κι ο χρόνος δεν είναι νοσοκόμος, δεν σκύβει από πάνω σου να σε δέσει — σε προσπερνάει, σχεδόν αδιάφορος, σαν τρένο που δεν σταματά σε μικρούς σταθμούς.
Οι άνθρωποι θα φεύγουν, οι λέξεις θα μένουν μισές, κι εσύ θα μαζεύεις κομμάτια απ’ τον εαυτό σου
σαν να ’ναι σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα.
Αλλά άκου… κάπου ανάμεσα στον πόνο και στη σιωπή γεννιέται μια μικρή αντοχή, σαν χορτάρι που φυτρώνει σε ρωγμή τσιμέντου.
Δεν είναι θαύμα, είναι απόφαση.
Να σκουπίσεις τα δάκρυα χωρίς μάρτυρες, να γελάσεις χωρίς λόγο, να πεις «δε με τελείωσες» σε ό,τι σε λύγισε.
Κι ίσως τότε, χωρίς να το καταλάβεις καν, το γέλιο που ζητούσες να σου χαρίσω να έχει ήδη μάθει τον δρόμο και να σε βρει μόνο του.
Μην φοβάσαι όμως τα χέρια που μάτωσαν μαζεύοντας τα σπασμένα.
Κάθε κομμάτι που ξανακολλάς πάνω σου,
δεν είναι πια το ίδιο με πριν — είναι πιο σκληρό, πιο αληθινό.
Οι ουλές σου δεν είναι ασχήμια,
είναι η γεωγραφία της νίκης σου πάνω στο σκοτάδι,
είναι οι χάρτες που δείχνουν πως πέρασες από τη φωτιά και δεν έγινες στάχτη.
Γιατί ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρνά,
οι εποχές θα αλλάζουν δέρμα χωρίς να σε ρωτούν,
κι η θάλασσα θα ξεπλένει τα ίχνη σου στην άμμο.
Μα αυτό είναι το κρυφό δώρο: η ελευθερία να ξεκινάς από το μηδέν.
Όταν δεν περιμένεις πια τίποτα από τους «σωτήρες»,
γίνεσαι εσύ η απάντηση σε κάθε σου ερώτηση.
Αλλά άκου…
κάπου ανάμεσα στον πόνο και στη σιωπή
γεννιέται μια μικρή αντοχή,
σαν χορτάρι που φυτρώνει σε ρωγμή τσιμέντου.
Δεν είναι θαύμα,
είναι απόφαση.
Να σκουπίσεις τα δάκρυα χωρίς μάρτυρες,
να γελάσεις χωρίς λόγο,
να πεις «δε με τελείωσες» σε ό,τι σε λύγισε.
Και τότε, το φως που άναψες μόνος σου
δε θα τρεμοπαίζει πια στα ρεύματα των άλλων.
Θα είναι μια φλόγα που τρέφεται από την ίδια σου την ανάσα,
ένας ήλιος που δεν έχει ανάγκη να τον τάξει κανείς,
γιατί θα τον κουβαλάς κλεισμένο μέσα στα στήθια σου.
Κι ίσως τότε,
χωρίς να το καταλάβεις καν,
το γέλιο που ζητούσες να σου χαρίσω
να έχει ήδη μάθει τον δρόμο
και να σε βρει μόνο του.


